Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
     

« Αρχική Σελίδα
  ΡΑΣΟΜΟΝ  (Rashomon)
  ΟΥΓΚΕΤΣΟΥ ΜΟΝΟΓΚΑΤΑΡΙ ή Ιστορίες του θολού φεγγαριού μετά τη βροχή (Ugetsu Monogatari)
  ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΤΟΚΙΟ (Tokyo Monogatari)
  Ο ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ (Ikiru)
  ΟΙ ΕΦΤΑ ΣΑΜΟΥΡΑΙ (Shichinin no Samurai)
 

Τετάρτη 30 & Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2002

ΡΑΣΟΜΟΝ (Rashomon)

Ιαπωνία 1950. Διάρκεια: 88΄. Σκηνοθεσία: Akira Kurosawa. Σενάριο: Akira Kurosawa, Shinobu Hashimoto, από μια νουβέλα του Ryunosuke Akutagawa. Κάμερα: Kazuo Miyagawa. Μουσική: Fumio Hayasaka. Ερμηνεία: Toshiro Mifune, Machiko Kyo, Masayuki Mori, Takashi Shimura, Minoru Chiaki, Kichijiro Ueda.

Ο Ακίρα Κουροσάβα, ο πιο γνωστός Ιάπωνας σκηνοθέτης έξω από τη χώρα του, ήταν η μεγάλη ανακάλυψη του Φεστιβάλ της Βενετίας του 1951 με την ταινία του Ρασομόν (βραβεύτηκε με το «Χρυσό λιοντάρι» και το ΄52 κέρδισε το Όσκαρ καλύτερες ξένης ταινίας), που γνώρισε στο δυτικό κοινό τον ιαπωνικό κινηματογράφο και έκανε τον Κουροσάβα έναν καταξιωμένο σκηνοθέτη σ΄ όλο τον κόσμο. Ενώ επιφανειακά είναι ένα αστυνομικό θρίλερ που παρουσιάζει με τον πιο άμεσο τρόπο τη δολοφονία ενός αριστοκράτη και το βιασμό της γυναίκας του από ένα συμμορίτη, ο Κουροσάβα αναπτύσσει ένα ιστορικό θέμα φέρνοντας στο παραδοσιακό jidai-geki (ταινίες που περιγράφουν γεγονότα από τη φεουδαρχική ιστορία) τη νέα πνοή ενός φιλοσοφικού περιεχόμενου: Ο φόνος γίνεται αφορμή για ένα λαμπρό δοκίμιο πάνω στο θέμα για το «Τι είναι αλήθεια». Το σκοτεινό συμπέρασμα, ότι η αλήθεια έχει πολλές πλευρές, που εκφράζεται από έναν ιερέα βουδιστή στην ταινία, είναι η δυσπιστία  στον άνθρωπο. Αντανακλά επίσης την πεσιμιστική αντίληψη του σκηνοθέτη για τον κόσμο σ` εκείνη, την μεταπολεμική εποχή απόλυτης ανασφάλειας και αμφισβήτησης.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε τρία επίπεδα χώρου και χρόνου και κάθε επίπεδο είναι δοσμένο μ΄ ένα διακριτικό οπτικό στυλ (γκρίζα στην πύλη Ρασομόν, άσπρο στον τόπο της ανάκρισης, ηλιόλουστο στο τοπίο του φόνου). Στις σκηνές της ανάκρισης, μέσα από στατική προβολή, η κάμερα επιμένει με πλάνα-σεκάνς μεγάλης διάρκειας στα πρόσωπα, που καταθέτουν κοιτώντας την κάμερα, θέτοντας έτσι τον θεατή στη θέση του ανακριτή. Το κάθε ένα πρόσωπο που εμπλέκεται στο επεισόδιο δίνει με τη σειρά του μια διαφορετική εκδοχή, μια ιστορία που διαφέρει από τις άλλες, προσπαθώντας να εξιστορήσει τα γεγονότα με διάφορους υποκειμενικούς και αντιφατικούς τρόπους. Με αναδρομές στο παρελθόν η κάμερα ερευνά το χώρο της δολοφονίας και δίνει με ιδιόμορφο τρόπο για κάθε εκδοχή την πολυπλοκότητα και τις αντιθέσεις τις ιστορίας. Μέσω εναλλασσόμενων μακρών και κοντινών πλάνων και πολύπλοκου χειρισμού της κινητής κάμερας που ακολουθεί τα πρόσωπα συνεχώς από διαφορετικές γωνίες λήψης, δημιουργείται ένα ατέλειωτο ρεύμα από μεταθέσεις και συνδυασμούς της ίδιας ιστορίας. Η τέλεια μορφή, η συμμετρία της σύνθεσης, οι εικαστικά λαμπρές εικόνες (η ωραιότατη φωτογραφία είναι του Καζούο Μιγιαγκάβα), η μουσική σύνθεση, που εμπνέεται από το «Bolero» του Ραβέλ και ειδικά οι περίφημες ερμηνείες των ηθοποιών, κάνουν το Ρασομόν ένα εξαιρετικό έργο.

Ο Μάρτιν Ριτ γύρισε πάνω στο ίδιο θέμα το γουέστερν του Ο βιασμός (The Outrage, 1964), μια επανέκδοση με μια χαρακτηριστικά εμπορική αντίληψη (με μεγάλα ονόματα) που απέχει πολύ από την καλλιτεχνική ποιότητα του πρότυπου.

αρχή 


Τετάρτη 6 & Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2002

ΟΥΓΚΕΤΣΟΥ ΜΟΝΟΓΚΑΤΑΡΙ ή Ιστορίες του θολού φεγγαριού μετά τη βροχή (Ugetsu Monogatari)

 Ιαπωνία 1953. Διάρκεια: 96΄. Σκηνοθεσία: Kenji Mizoguchi. Σενάριο: Matsutaro Kawaguchi, Yoshikatu Yoda, από τη συλλογή του 17ου αιώνα του Akinari Ueda Ιστορίες ενός χλομού και μυστηριώδους φεγγαριού μετά τη βροχή. Κάμερα: Kazuo Miyagawa. Μουσική: Fumio Hayasaka. Ερμηνεία: Masayuki Mori, Sakae Ozawa, Kinuyo Tanaka, Mitsuku Mito, Machiko Kyo.

 Στης περισσότερες ταινίες του ο Κένζι Μιζογκούτσι δείχνει ξεχωριστό ενδιαφέρον για την φεουδαρχική καταπίεση των γυναικών στη γιαπωνέζικη κοινωνία και, ανακαλύπτοντας στην ταπεινή κατάσταση των γυναικών μια κοινωνική και φιλοσοφική αντανάκλαση, καταδικάζει με οργή ένα κοινωνικό σύστημα που γεννάει παρόμοιες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Η πιο γνωστή ταινία του είναι το Ουγκέτσου Μονογκατάρι. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ιαπωνία του 16ου αιώνα. Σε περίοδο αιματηρού εμφύλιου πολέμου, δύο χωριάτες αγγειοπλάστες πάνε στη μεγαλούπολη κυνηγώντας τα πλούτη και τη δόξα. Αλλά τα όνειρά τους πέφτουν στο κενό και οι δύο θα πληρώσουν τη φιλοδοξία τους ακριβά. Ο ένας ερωτεύεται τη πριγκίπισσα Βακάσα, που αποδεικνύεται ένα φάντασμα και επιστρέφει στην «πραγματική ζωή» στο χωριό για να βρει τη γυναίκα του δολοφονημένη. Ο άλλος ξαναβρίσκει τη δική του γυναίκα σ΄ έναν οίκο ανοχής, όπου την έχουν βάλει να δουλεύει με το ζόρι. Χρησιμοποιώντας τις ιστορίες των φεουδαρχικών ή μυθικών χρόνων σαν αλληγορία κοινωνικής αναταραχής και θλίψης, ο Μιζογκούτσι διαπραγματεύεται την τραγική μοίρα των γυναικών που υποφέρουν και τελικά καταστρέφονται εξαιτίας των φιλοδοξιών των ανδρών. Πέρα όμως από το κυρίαρχο αυτό θέμα, η ταινία επεκτείνεται με έντονες ανθρωπιστικές τάσεις στην κοινωνική διάσταση, εκδηλώνοντας πολύ σύγχρονες διεκδικήσεις κατά του πολέμου και των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της μεταπολεμικής Ιαπωνίας.

Το στυλ του Μιζογκούτσι χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από πολύ μακρά πλάνα με πολύπλοκες κινήσεις της κάμερας. Συνδυάζοντας οργανικά τον καθημερινό ρεαλισμό με το λυρικό πνεύμα της ιδιόμορφης γιαπωνέζικης ποίησης και ζωγραφικής, ο σκηνοθέτης κατασκευάζει στην παραμυθένια ιστορία του περίπλοκους δεσμούς ονείρου και πραγματικότητας. Ο λυρισμός των εικόνων εμφυσούν στην γοητευτική αυτή ερωτική ταινία το μεγαλείο ενός ποιήματος.

αρχή 


Τετάρτη 13 & Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2002

 ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΤΟΚΙΟ (Tokyo Monogatari)

 Ιαπωνία 1953. Διάρκεια: 135΄. Σκηνοθεσία: Yasujiro Ozu. Σενάριο: Yasujiro Ozu, Kogo Noda. Κάμερα: Yuharu Atsuta. Μουσική: Kojun Saito. Ερμηνεία: Chishu Ryu, Chiyeko Higashiyama, Setsuko Hara, Satoshi Yamamura, Haruko Sugimura.

 Το Ταξίδι στο Τόκιο θεωρείται μια από τις ωραιότερες δημιουργίες του σκηνοθέτη. Όλο το έργο του συγκεντρώνεται στο οικογενειακό δράμα, στο οποίο εξετάζει με κριτική ματιά, μέσα από την καθημερινή ζωή της σύγχρονης ιαπωνικής κοινωνίας και οικογένειας, τη διάλυση των παραδοσιακών αξιών. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία ενός ηλικιωμένου ζευγαριού που επισκέπτεται τα παντρεμένα τους παιδιά στην πρωτεύουσα. Σκιαγραφεί με ηρεμία αλλά και με δύναμη τη σχέση ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, τονίζοντας τη μοναξιά του ζευγαριού, την πίκρα του και γενικότερα την έλλειψη ανθρώπινης επαφής. Ενώ αρχικά τα παιδιά δείχνουν να υποδέχονται τους γονείς με χαρά, σύντομα θέλουν να τους ξεφορτωθούν και, απασχολημένα με τις δουλειές τους, αποδεικνύονται εγωιστές και χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον γι΄ αυτούς. Τελικά, το μόνο πρόσωπο που προσφέρει την αγάπη, την ανθρωπιά και τη ζεστασιά που αναζητούν οι γονείς αποδεικνύεται η νεαρή χήρα νύφη τους. 

Όπως ανέφερε ο ίδιος ο Όζου, θέλησε να δείξει την εξαφάνιση των οικογενειακών αξιών. Πέρα από το αιώνιο χάσμα των γενεών, η ταινία συσχετίζει την παρακμή της μέσης ιαπωνικής οικογένειας καθρεφτίζοντας έτσι και την παρακμή μιας άρρωστης κοινωνίας σ΄ αυτή την περίοδο των σημαντικών κοινωνικό-πολιτικών αλλαγών μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο Όζου έφτιαξε ένα μοναδικό οπτικό στυλ στη χρήση της κάμερας τοποθετώντας την σε πολύ χαμηλό ύψος. Είναι το περίπλοκο στυλ του στο χειρισμό της κάμερας, στο μοντάζ και στην σχολαστική προετοιμασία της σκηνής, αυτό που συνεπαίρνει τους σημερινούς κριτικούς.

αρχή 


Τετάρτη 20 & Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2002

 Ο ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ (Ikiru)

 Ιαπωνία 1952. Διάρκεια: 143΄. Σκηνοθεσία: Akira Kurosawa. Σενάριο: Shinobu Hashimoto, Akira Kurosawa. Κάμερα: Nakai Asakaso. Μουσική: Fumio Hayasaka. Ερμηνεία: Takashi Shimura, Nobuo Kaneko, Shinichi Himori, Haruo Tanaka, Minoru Chiaki, Miki Odagiri, Minosuke Yamada.

 Η ταινία Ο καταδικασμένος, το πιο φημισμένο σύγχρονο δράμα (gendai-geki) του Κουροσάβα, περιγράφει τους τελευταίους μήνες της ζωής ενός μικρού υπάλληλου, του Βατανάμπε, ο οποίος μαθαίνει πως πάσχει από καρκίνο. Νιώθοντας πως η ζωή του πέρασε χωρίς νόημα προσπαθεί απεγνωσμένα να εκπληρώσει κάποιες χαμένες επιθυμίες του. Σπαταλά τις οικονομίες του σε διασκεδάσεις, ερωτεύεται ένα νεαρό κορίτσι και αρχίζει να απολαμβάνει τη ζωή. Τελικά αποφασίζει ν΄ αγωνιστεί μέσα απ΄ τη δουλειά του για τη μετατροπή ενός ανθυγιεινού βάλτου σε παιδική χαρά, για να φανεί έτσι χρήσιμος στους συνανθρώπους του. Τονίζεται εδώ η αξία των κοινωνικών πράξεων ως βασικό συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Η μορφή του πρώτου μέρους της ταινίας που δείχνει αυτή την πορεία του Βατανάμπε, είναι εντελώς ελεύθερη και καθορίζεται από τις απαιτήσεις της αφήγησης. Στο δεύτερο μέρος, που χαρακτηρίζεται από μια φαινομενική ενότητα χρόνου και χώρου, οι συνάδελφοί του μαζεύονται μετά το θάνατό του για να τον τιμήσουν. Συζητούν την περίπτωσή του και ο καθένας έχει τη δική του εκδοχή για το χαρακτήρα και τα κίνητρα του νεκρού. Ξεκινώντας από ένα καθαρά ψυχολογικό και υπαρξιακό δράμα, ο Κουροσάβα φτιάχνει μια ταινία που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα και καταλήγει σ΄ ένα δριμύ σχόλιο πάνω στα προβλήματα της μεταπολεμικής γιαπωνέζικης κοινωνίας, η οποία αντιμετωπίζει τα προβλήματα της Δύσης.

Ο Κουροσάβα ενσωματώνει στην αισθητική της ταινίας επιρροές απ΄ τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, τον ιταλικό νεορεαλισμό, το αμερικανικό φιλμ-νουάρ και το ντοκυμανταίρ. Η μεγαλύτερη χρήση των πλάνων σεκάνς, η υποδειγματική χρήση των φλας-μπακ και του μοντάζ είναι ενδεικτικά στοιχεία για το στυλ της ταινίας. Για πολλούς μελετητές του κινηματογράφου Ο καταδικασμένος είναι η κορυφαία δουλεία της καριέρας του Κουροσάβα και η πιο τέλεια έκθεση της δραματουργικής του γεωμετρίας.

αρχή 


Τετάρτη 27 & Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2002

 ΟΙ ΕΦΤΑ ΣΑΜΟΥΡΑΙ (Shichinin no Samurai)

 Ιαπωνία 1954. Διάρκεια: 200΄. Σκηνοθεσία: Akira Kurosawa. Σενάριο: Akira Kurosawa, Shinobu Hashimoto, Hideo Ogumi. Κάμερα: Asaichi Nakai. Μουσική: Fumio Hayasaka. Ερμηνεία: Toshiro Mifune, Takashi Shimura, Isao Kimura, Daisuke Kato, Ko Kimuka.

 Αυτή η μεγάλης διάρκειας ταινία είναι ένα ιστορικό-επικό δράμα που εκτυλίσσεται στην Ιαπωνία του τέλους του 16ου αιώνα τον καιρό του εμφυλίου πολέμου, όταν οι πολεμιστές σαμουράι έχουν αρχίζει να εξαφανίζονται. Οι κάτοικοι ενός ορεινού χωριού, που υποφέρουν τα πάνδεινα από μια άγρια συμμορία ληστών, ζητούν από μια ομάδα βετεράνων σαμουράι να τους βοηθήσουν. Οι εφτά πολεμιστές αναλαμβάνουν, με αντίτιμο τρία γεύματα την ημέρα, να υπερασπιστούν το χωριό ενάντια στους σαράντα επιδρομείς.

Πέρα από την εντυπωσιακή πολεμική περιπέτεια, η ταινία συμπυκνώνει θαυμάσια την προβληματική της γύρω από μια μεταβατική περίοδο βίαιης κοινωνικής αναταραχής και απόλυτης ανασφάλειας. Μέσα από τη σχέση χωρικών, σαμουράι και συμμοριτών, ο Κουροσάβα διαπραγματεύεται την παρακμή ενός πολιτισμού (της φεουδαρχίας) και των αξίων μίας εποχής καθώς και την εμφάνιση ενός καινούργιου κόσμου χωρίς κοινωνικούς κώδικες και ηθικούς φραγμούς. Εξετάζει την άθλια κατάσταση των καταπιεσμένων χωρικών που παλεύουν για την επιβίωση και ρίχνει μια νοσταλγική ματιά πάνω στον περασμένο τρόπο ζωής και κώδικα τιμής των σαμουράι που, χωρίς φεουδαρχικά αφεντικά πια, συμμαχούν με τους αγρότες καταπολεμώντας με τα αναχρονιστικά τους όπλα τους έφιππους και οπλισμένους με τουφέκια συμμορίτες (οι οποίοι είναι εκπρόσωποι της βίας μίας νέας εποχής τεχνολογικής ανωτερότητας). Ο Κουροσάβα κατόρθωσε να συνθέσει χαρακτήρες πολύπλοκους, προσφέροντας με χιούμορ και συμπάθια μερικά αξέχαστα πορτραίτα όπως αυτό του αρχηγού των σαμουράι και εκείνο του ψεύτο-σαμουράι (δηλαδή ο αγρότης που «παίζει» τον σαμουράι), κωμικού μέσα στην υπερβολή του, στο πρόσωπο του οποίου καθρεφτίζεται η μεταβολή των παλιών κοινωνικών τάξεων.

Το δυναμικό οπτικό στυλ της ταινίας και η επική φωτογραφία των εξωτερικών χώρων πηγάζει από το αμερικάνικο γουέστερν και θυμίζει ιδιαίτερα εκείνα του Τζον Φορντ, τον οποίον ο Κουροσάβα θαύμαζε. Εκμεταλλευόμενος όλα τα ιδιόμορφα κινηματογραφικά μέσα, ο Κουροσάβα φτιάχνει με αξεπέραστη μαεστρία μια εικαστικά εκπληκτική ταινία, με ρυθμό και δύναμη, με εξαιρετικές σκηνές μάχης και έντονα βίαιες, με ένα στυλ που έχει αντιγραφεί άπειρες φορές από χολιγουντιανές ταινίες (με κλασικό παράδειγμα τον Τζον Στάρτζες που γύρισε το 1960 τους Εφτά σαμουράι σε μια βερσιόν γουέστερν με τίτλο Και οι εφτά ήταν υπέροχοι - The Magnificent Seven). Οι φημισμένες σκηνές της τελικής μάχης στη βροχή με τις πολλαπλές διατάξεις της κάμερας αποτελούν το κορύφωμα σ΄ αυτήν την πλέον μυθική και σίγουρα την πιο υπέροχη ταινία του Κουροσάβα στο είδος των ταινιών jidai-geki.

αρχή 


Επιμέλεια κύκλου: Μπριγκίτε Παντή


« Αρχική Σελίδα